Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
melancholic
01
μελαγχολικός
characterized by a deep, lingering sadness or sorrow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most melancholic
συγκριτικός βαθμός
more melancholic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, mood, art
Παραδείγματα
The melancholic music played softly in the background, setting a reflective tone for the evening.
Η μελαγχολική μουσική έπαιξε απαλά στο παρασκήνιο, θέτοντας ένα στοχαστικό ύφος για το βράδυ.
Melancholic
01
μελαγχολικός
someone subject to melancholia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
melancholics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
melancholic
melanchol



























