Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to assort
01
ταξινομώ, τακτοποιώ
to classify or arrange into different categories or groups based on similarities or characteristics
Παραδείγματα
The software allows users to assort photos into albums based on date or location.
Το λογισμικό επιτρέπει στους χρήστες να ταξινομούν φωτογραφίες σε άλμπουμ με βάση την ημερομηνία ή τη θέση.
02
συναναστρέφομαι, βγαίνω με
keep company with; hang out with
Λεξικό Δέντρο
assorted
assortment
assort



























