Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to assort
01
ταξινομώ, τακτοποιώ
to classify or arrange into different categories or groups based on similarities or characteristics
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
assort
γ΄ ενικό πρόσωπο
assorts
ενεστώτα μετοχή
assorting
απλός αόριστος
assorted
παθητική μετοχή
assorted
Παραδείγματα
She carefully assorted the books on the shelf according to genre.
Ταξινόμησε προσεκτικά τα βιβλία στο ράφι ανάλογα με το είδος.
02
συναναστρέφομαι, βγαίνω με
keep company with; hang out with
Λεξικό Δέντρο
assorted
assortment
assort



























