to meditate
me
ˈme
me
di
di
tate
teɪt
teit
mediatemedicate

Ορισμός και σημασία του "meditate"στα αγγλικά

to meditate
01

διαλογίζομαι, συλλογίζομαι

to focus on one's thoughts for spiritual purposes or to calm one's mind 
Intransitive
to meditate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
meditate
γ΄ ενικό πρόσωπο
meditates
ενεστώτα μετοχή
meditating
απλός αόριστος
meditated
παθητική μετοχή
meditated
Παραδείγματα
Individuals meditate to achieve a sense of inner peace and calmness. 

Τα άτομα διαλογίζονται για να επιτύχουν μια αίσθηση εσωτερικής ειρήνης και ηρεμίας.

02

διαλογίζομαι, σκέφτομαι βαθιά

to think deeply about something 
Intransitive: to meditate on a subject
to meditate definition and meaning
Παραδείγματα
The philosopher would meditate on profound questions to seek philosophical insights. 

Ο φιλόσοφος θα διαλογιζόταν σε βαθιά ερωτήματα για να αναζητήσει φιλοσοφικές ενοράσεις.

Λεξικό Δέντρο

meditation
meditative
premeditate
meditate
medit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store