Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meaningless
01
άνευ νοήματος, ασήμαντος
lacking any significance, value, or purpose
Παραδείγματα
The meeting turned out to be meaningless, with no real outcomes.
Η συνάντηση αποδείχθηκε άσκοπη, χωρίς πραγματικά αποτελέσματα.
02
άχρηστος, μάταιος
producing no result or effect
Λεξικό Δέντρο
meaninglessness
meaningless
meaning
mean



























