meaning
mea
ˈmi
μι
ning
nɪng
νινγκ
/mˈiːnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "meaning"στα αγγλικά

01

έννοια, σημασία

the message that is intended or expressed or signified
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meanings
02

έννοια, σημασία

the idea that is intended
03

έννοια, σημασία

the definition or sense of a word, explaining what it represents
Παραδείγματα
Understanding the meaning of a word helps improve language skills.
Η κατανόηση της σημασίας μιας λέξης βοηθά στη βελτίωση των γλωσσικών δεξιοτήτων.
01

σημαντικός, γεμάτος νόημα

rich in significance or implication
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most meaningful
συγκριτικός βαθμός
more meaningful
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

meaningful
meaningless
meaning
mean
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store