Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meandering
01
ελιγμούς, κυματώδης
having many gentle curves or bends, often in an irregular or winding pattern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most meandering
συγκριτικός βαθμός
more meandering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
movement, shape, paths
Παραδείγματα
The meandering path led them through fields and forests.
Το κουρασμένο μονοπάτι τους οδήγησε μέσα από χωράφια και δάση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
meanderingly
meandering
meander



























