Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assertiveness
01
διαβεβαιότητα, αποφασιστικότητα
the quality of being confident and self-assured, especially in expressing one's own opinions and desires
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her assertiveness helped her negotiate a better salary.
Η αποφασιστικότητά της τη βοήθησε να διαπραγματευτεί έναν καλύτερο μισθό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unassertiveness
assertiveness
assertive
assert



























