Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assertive
01
αποφασιστικός, με αυτοπεποίθηση
confident in expressing one's opinions, ideas, or needs in a clear, direct, and respectful manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most assertive
συγκριτικός βαθμός
more assertive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Assertive leaders inspire trust and motivate their teams to achieve goals.
Οι αποφασιστικοί ηγέτες εμπνέουν εμπιστοσύνη και παρακινούν τις ομάδες τους να επιτύχουν τους στόχους.
Λεξικό Δέντρο
assertively
assertiveness
nonassertive
assertive
assert



























