Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to maunder
01
αερολογώ, λαλώ ασυνάρτητα
to talk continuously and aimlessly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maunder
γ΄ ενικό πρόσωπο
maunders
ενεστώτα μετοχή
maundering
απλός αόριστος
maundered
παθητική μετοχή
maundered
Παραδείγματα
As the conversation wore on, she started to maunder, her thoughts becoming increasingly disjointed and scattered.
Καθώς η συζήτηση συνεχιζόταν, άρχισε να φλυαρεί, οι σκέψεις της γίνονταν ολοένα και πιο ασύνδετες και σκορπισμένες.
02
περιφέρομαι, περιπλανιέμαι
to move or act in an absent-minded or idle manner, without a clear purpose or direction
Intransitive: to maunder somewhere
Παραδείγματα
After a long day of work, she maundered aimlessly around the house, too tired to focus on any particular task.
Μετά από μια μεγάλη μέρα δουλειάς, περιφερόταν χωρίς σκοπό στο σπίτι, πολύ κουρασμένη για να συγκεντρωθεί σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη εργασία.



























