Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to maunder
01
αερολογώ, λαλώ ασυνάρτητα
to talk continuously and aimlessly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maunder
γ΄ ενικό πρόσωπο
maunders
ενεστώτα μετοχή
maundering
απλός αόριστος
maundered
παθητική μετοχή
maundered
Παραδείγματα
The politician maundered through his speech, failing to address any of the pressing issues facing the community.
Ο πολιτικός ασχολήθηκε ασκόπως κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, χωρίς να αγγίξει κανένα από τα πιεστικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η κοινότητα.
02
περιφέρομαι, περιπλανιέμαι
to move or act in an absent-minded or idle manner, without a clear purpose or direction
Intransitive: to maunder somewhere
Παραδείγματα
Lost in thought, she maundered along the beach.
Χαμένη στις σκέψεις της, περιφερόταν κατά μήκος της παραλίας.



























