Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Maulstick
01
υποστήριξη χεριού, ράβδος στήριξης
a support tool used by artists to steady their hands while drawing or painting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
maulsticks
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
maulstick
maul
stick



























