matriarch
Pronunciation
/ˈmeɪtɹiˌɑɹk/

Ορισμός και σημασία του "matriarch"στα αγγλικά

01

μητριάρχης, γυναίκα αρχηγός της οικογένειας

a woman who leads or dominates a family, group, or tribe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
matriarchs
Παραδείγματα
The village respected the matriarch for her decades of leadership and her ability to keep peace among the various families.
Το χωριό σεβόταν την ματριαρχίνα για τις δεκαετίες της ηγεσίας και την ικανότητά της να διατηρεί την ειρήνη μεταξύ των διαφόρων οικογενειών.
02

ματριαρχία, έξυπνη ηλικιωμένη γυναίκα με μεγάλο στήθος (όπως σχεδιάζεται στα καρτούν)

a feisty older woman with a big bosom (as drawn in cartoons)

Λεξικό Δέντρο

matriarchal
matriarchic
matriarch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store