matchless
match
ˈmæʧ
μαιτσ
less
lɪs
λισ
mateless

Ορισμός και σημασία του "matchless"στα αγγλικά

01

απαράμιλλος, ασύγκριτος

showing a unique and exceptional quality that is unparalleled or without equal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, excellence, uniqueness
Παραδείγματα
The chef’s matchless ability to blend flavors made every dish extraordinary. 

Η απαράμιλλη ικανότητα του σεφ να συνδυάζει γεύσεις έκανε κάθε πιάτο εξαιρετικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

matchless
match
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store