Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
matching
01
πανομοιότυπος, ταιριαστός
identical in appearance, design, or pattern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most matching
συγκριτικός βαθμός
more matching
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team uniforms had matching colors and logos.
Οι στολές της ομάδας είχαν ταιριαστά χρώματα και λογότυπα.
02
ταιριαστό
(of clothes) having similar patterns, color, etc.
Παραδείγματα
They decided to wear matching pajamas for their family Christmas photo.
Αποφάσισαν να φορέσουν ταιριαστές πιτζάμες για την οικογενειακή τους χριστουγεννιάτικη φωτογραφία.
Λεξικό Δέντρο
matching
match



























