Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
masterfully
01
με μεγαλοφυΐα, επιδέξια
in a highly skilled and impressive manner, showing great expertise or artistry
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The chef masterfully prepared the dish, blending flavors perfectly.
Ο σεφ ετοίμασε το πιάτο με μεγάλη δεξιότητα, συνδυάζοντας τις γεύσεις τέλεια.
02
μεταξιοεπί, τεχνικά
in a strong and commanding way that demonstrates control or influence over others
Παραδείγματα
The CEO masterfully guided the company through the crisis.
Ο CEO μεταμφιεσμένα καθοδήγησε την εταιρεία μέσα από την κρίση.
Λεξικό Δέντρο
masterfully
masterful
master



























