Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mark out
01
οριοθετώ, περιορίζω
set boundaries to and delimit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
mark
ενεστώτας
mark out
γ΄ ενικό πρόσωπο
marks out
ενεστώτα μετοχή
marking out
απλός αόριστος
marked out
παθητική μετοχή
marked out



























