marjoram
mar
ˈmɑ:
maa
jo
ʤə
ram
rəm
rēm

Ορισμός και σημασία του "marjoram"στα αγγλικά

01

μαντζουράνα, ρίγανη

a scented herb of the mint family, native to Southern Europe and used in cooking 
marjoram definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marjorams
Παραδείγματα
They harvested the marjoram leaves from their garden and used them to infuse oil for salad dressings. 

Μάζεψαν τα φύλλα ματζουράνου από τον κήπο τους και τα χρησιμοποίησαν για να αρωματίσουν λάδι για σαλάτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store