Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marjoram
01
μαντζουράνα, ρίγανη
a scented herb of the mint family, native to Southern Europe and used in cooking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
We decided to garnish our grilled vegetables with chopped marjoram to elevate their taste.
Αποφασίσαμε να γαρνίρουμε τα ψητά μας λαχανικά με ψιλοκομμένο ματζουράνα για να ενισχύσουμε τη γεύση τους.



























