Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manicure
01
μανικιούρ, φροντίδα χεριών
a treatment for one's fingernails and hands to improve their appearance and condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manicures
Παραδείγματα
Her manicure featured intricate floral nail art.
Το μανικιούρ της είχε περίπλοκη λουλουδιστή τέχνη νυχιών.
to manicure
01
κάνω μανικιούρ
to groom and beautify the nails and hands through trimming, shaping, filing, and polishing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
manicure
γ΄ ενικό πρόσωπο
manicures
ενεστώτα μετοχή
manicuring
απλός αόριστος
manicured
παθητική μετοχή
manicured
02
κάνω μανικιούρ, φροντίζω τα νύχια
trim carefully and neatly
Λεξικό Δέντρο
manicurist
manicure



























