Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manduction
01
μάσηση, μανδύκωση
biting and grinding food in your mouth so it becomes soft enough to swallow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
μανδύκωση, η πράξη της συμμετοχής στην εορτή της Ευχαριστίας
the act of participating in the celebration of the Eucharist



























