manacle
ma
ˈmæ
μαι
na
να
cle
kəl
καλ
/mˈænəkə‍l/

Ορισμός και σημασία του "manacle"στα αγγλικά

01

χειροπέδα, δέσμιο

shackle that consists of a metal loop that can be locked around the wrist; usually used in pairs
manacle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manacles
to manacle
01

μπιράρω, βάζω χειροπέδες

to restrain someone by locking metal cuffs around their wrists or ankles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
manacle
γ΄ ενικό πρόσωπο
manacles
ενεστώτα μετοχή
manacling
απλός αόριστος
manacled
παθητική μετοχή
manacled
Παραδείγματα
They manacled the prisoner's ankles to prevent escape.
Έβαλαν χειροπέδες στους αστραγάλους του κρατουμένου για να αποτρέψουν την απόδραση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store