mammoth
mammoth
'mæməθ
māmēth

Ορισμός και σημασία του "mammoth"στα αγγλικά

01

μαμούθ, προϊστορικός ελέφαντας

any of numerous extinct elephants widely distributed in the Pleistocene; extremely large with hairy coats and long upcurved tusks 
mammoth definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mammoths
01

γιγαντιαίος, τεράστιος

extremely large or massive in size 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mammoth
συγκριτικός βαθμός
more mammoth
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
size, scale, objects
Παραδείγματα
The mammoth skyscraper dominated the city's skyline. 

Ο τεράστιος ουρανοξύστης κυριαρχούσε στον ορίζοντα της πόλης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store