Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aspirant
01
αποπειρώμενος, υποψήφιος
an individual who actively seeks a role, title, or achievement, often with ambition and determination
Παραδείγματα
The aspirant dreamed of becoming a published author.
Ο διεκδικητής ονειρευόταν να γίνει δημοσιευμένος συγγραφέας.
aspirant
01
φιλόδοξος, υποψήφιος
seeking to achieve a position, honor, or recognition
Παραδείγματα
The aspirant entrepreneur pitched her idea with confidence.
Η φιλόδοξη επιχειρηματίας παρουσίασε την ιδέα της με αυτοπεποίθηση.



























