Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asphalt
01
άσφαλτος, πίσσα
a black sticky substance which is the combination of dark bituminous pitch with sand or gravel, commonly used in building roads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
άσφαλτος, πίσσα
a dark bituminous substance found in natural beds and as residue from petroleum distillation; consists mainly of hydrocarbons
to asphalt
01
ασφαλτοστρώνω, καλύπτω με πίσσα
cover with tar or asphalt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
asphalt
γ΄ ενικό πρόσωπο
asphalts
ενεστώτα μετοχή
asphalting
απλός αόριστος
asphalted
παθητική μετοχή
asphalted
Λεξικό Δέντρο
asphaltic
asphalt



























