Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to malign
01
δυσφημώ, συκοφαντώ
to say bad and untrue things about someone, typically to damage their reputation
Transitive: to malign sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
malign
γ΄ ενικό πρόσωπο
maligns
ενεστώτα μετοχή
maligning
απλός αόριστος
maligned
παθητική μετοχή
maligned
Παραδείγματα
Tabloid journalists routinely malign celebrities to sell more papers.
Οι δημοσιογράφοι των ταμπλόιντ δυσφημούν τακτικά διάσημους για να πουλήσουν περισσότερες εφημερίδες.
malign
01
επιβλαβής, κακοποιητικός
causing damage or working to corrupt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malign
συγκριτικός βαθμός
more malign
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The malign presence of crime hurt the community.
Η κακοήθης παρουσία του εγκλήματος έβλαψε την κοινότητα.
02
κακόβουλος, εχθρικός
showing intense ill will
Παραδείγματα
They felt a malign hostility from the crowd.
Αισθάνθηκαν μια κακόβουλη εχθρότητα από το πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
malignance
malignant
maligner
malign



























