Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to malign
01
δυσφημώ, συκοφαντώ
to say bad and untrue things about someone, typically to damage their reputation
Transitive: to malign sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
malign
γ΄ ενικό πρόσωπο
maligns
ενεστώτα μετοχή
maligning
απλός αόριστος
maligned
παθητική μετοχή
maligned
Παραδείγματα
They believed he had maligned them to advance his own career.
Πίστευαν ότι τους είχε δυσφημήσει για να προωθήσει τη δική του καριέρα.
malign
01
επιβλαβής, κακοποιητικός
causing damage or working to corrupt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malign
συγκριτικός βαθμός
more malign
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The malign influence of corruption weakened the nation.
Η επιβλαβής επιρροή της διαφθοράς αποδυνάμωσε το έθνος.
02
κακόβουλος, εχθρικός
showing intense ill will
Παραδείγματα
She gave him a malign glare across the room.
Του έριξε ένα κακόβουλο βλέμμα απέναντι στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
malignance
malignant
maligner
malign



























