malformed
mal
mæl
māl
formed
ˈfɔ:md
fawmd
unformedinformeduninformeddeformed

Ορισμός και σημασία του "malformed"στα αγγλικά

01

παραμορφωμένος, αναπλασμένος

having a structure that deviates from the expected or natural form 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malformed
συγκριτικός βαθμός
more malformed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, biology, structure
Παραδείγματα
The baby was born with a malformed heart that required immediate surgery. 

Το μωρό γεννήθηκε με δυσμορφικό καρδιά που απαιτούσε άμεση χειρουργική επέμβαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store