Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malformed
01
παραμορφωμένος, αναπλασμένος
having a structure that deviates from the expected or natural form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malformed
συγκριτικός βαθμός
more malformed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The baby was born with a malformed heart that required immediate surgery.
Το μωρό γεννήθηκε με δυσμορφικό καρδιά που απαιτούσε άμεση χειρουργική επέμβαση.



























