Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Malediction
01
κατάρα, επίρρημα
a spoken curse intended to inflict harm by invoking supernatural malevolence and retaliation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
maledictions
Παραδείγματα
Ancient druids were believed to have powers to cast curses and maledictions against those who disrespected the old gods.
Πιστευόταν ότι οι αρχαίοι δρυΐδες είχαν τη δύναμη να ρίχνουν κατάρες και κατάρες εναντίον όσων δεν σεβόταν τους παλιούς θεούς.
Λεξικό Δέντρο
malediction
maledict



























