Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mald
01
θυμώνω υπερβολικά, χάνω την ψυχραιμία μου
to overreact with anger or frustration, often humorously
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mald
γ΄ ενικό πρόσωπο
malds
ενεστώτα μετοχή
malding
απλός αόριστος
malded
παθητική μετοχή
malded
Παραδείγματα
Stop malding; it's not worth it.
Σταμάτα να malder; δεν αξίζει.



























