to mald
mald
mɔ:ld
mawld
meldmilled

Ορισμός και σημασία του "mald"στα αγγλικά

to mald
01

θυμώνω υπερβολικά, χάνω την ψυχραιμία μου

to overreact with anger or frustration, often humorously 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mald
γ΄ ενικό πρόσωπο
malds
ενεστώτα μετοχή
malding
απλός αόριστος
malded
παθητική μετοχή
malded
Παραδείγματα
He's malding after losing the game. 

Αυτός μαλντάρει αφού έχασε το παιχνίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store