Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make for
01
κατευθύνομαι προς, κινούμαι προς την κατεύθυνση
to move in the direction of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make for
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes for
ενεστώτα μετοχή
making for
απλός αόριστος
made for
παθητική μετοχή
made for
Παραδείγματα
I saw the smoke and made for the nearest fire exit.
Είδα τον καπνό και κατευθύνθηκα προς την πλησιέστερη έξοδο κινδύνου.
02
οδηγώ σε, καταλήγω σε
to lead to a particular outcome or situation
Παραδείγματα
A lack of trust makes for a shaky foundation in any relationship.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης οδηγεί σε ένα ασταθές θεμέλιο σε οποιαδήποτε σχέση.



























