to make for
make
meɪk
meik
for
fɔ:
faw

Ορισμός και σημασία του "make for"στα αγγλικά

to make for
01

κατευθύνομαι προς, κινούμαι προς την κατεύθυνση

to move in the direction of something 
to make for definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make for
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes for
ενεστώτα μετοχή
making for
απλός αόριστος
made for
παθητική μετοχή
made for
Παραδείγματα
I saw the smoke and made for the nearest fire exit. 

Είδα τον καπνό και κατευθύνθηκα προς την πλησιέστερη έξοδο κινδύνου.

02

οδηγώ σε, καταλήγω σε

to lead to a particular outcome or situation 
to make for definition and meaning
Παραδείγματα
A lack of trust makes for a shaky foundation in any relationship. 

Η έλλειψη εμπιστοσύνης οδηγεί σε ένα ασταθές θεμέλιο σε οποιαδήποτε σχέση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store