Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to make for
01
κατευθύνομαι προς, κινούμαι προς την κατεύθυνση
to move in the direction of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
make
ενεστώτας
make for
γ΄ ενικό πρόσωπο
makes for
ενεστώτα μετοχή
making for
απλός αόριστος
made for
παθητική μετοχή
made for
Παραδείγματα
The dog made for the cat as soon as it saw it.
Ο σκύλος κινούνταν προς τη γάτα μόλις την είδε.
02
οδηγώ σε, καταλήγω σε
to lead to a particular outcome or situation
Παραδείγματα
The heavy rain made for a difficult commute.
Η καταρρακτώδης βροχή έκανε για μια δύσκολη μετακίνηση.



























