main course
main
meɪn
mein
course
kɔ:s
kaws

Ορισμός και σημασία του "main course"στα αγγλικά

01

κύριο πιάτο, βασικό πιάτο

the main dish of a meal 
main course definition and meaning
Παραδείγματα
For the main course, they served grilled salmon with a side of asparagus and quinoa. 

Για το κύριο πιάτο, σέρβιραν ψητό σολομό με συνοδευτικό σπαράγγι και κινόα.

02

κύριο πανί, κύριο ιστίο

a square mainsail 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
main courses

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store