Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to magnify
01
μεγαλοποιώ, υπερβάλλω
to make something seem more significant, serious, or extreme than it really is
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
magnify
γ΄ ενικό πρόσωπο
magnifies
ενεστώτα μετοχή
magnifying
απλός αόριστος
magnified
παθητική μετοχή
magnified
Παραδείγματα
The media tends to magnify minor incidents into major scandals.
Τα μέσα ενημέρωσης τείνουν να μεγεθύνουν μικρά περιστατικά σε σοβαρά σκάνδαλα.
02
μεγεθύνω, ενισχύω
to make something seem bigger
Παραδείγματα
The microscope magnifies tiny cells so we can see them.
Το μικροσκόπιο μεγεθύνει τα μικροσκοπικά κύτταρα ώστε να μπορούμε να τα δούμε.
03
υπερβάλλω, μεγαλοποιώ
to exaggerate beyond the truth
Παραδείγματα
Politicians often magnify risks to gain support.
Οι πολιτικοί συχνά μεγαλοποιούν τους κινδύνους για να κερδίσουν υποστήριξη.
04
ενισχύω, μεγαλώνω τη ένταση
to cause something to sound louder by using special equipment
Παραδείγματα
The amplifier was used to magnify the guitarist's music during the concert.
Ο ενισχυτής χρησιμοποιήθηκε για να ενισχύσει τη μουσική του κιθαρίστα κατά τη διάρκεια της συναυλίας.
Λεξικό Δέντρο
magnificence
magnified
magnifier
magnify



























