Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to magnetize
01
μαγνητίζω, εξουδετερώνω
to make an object capable of attracting certain metals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
magnetize
γ΄ ενικό πρόσωπο
magnetizes
ενεστώτα μετοχή
magnetizing
απλός αόριστος
magnetized
παθητική μετοχή
magnetized
Παραδείγματα
Rubbing a magnet back and forth on an iron bolt is one way to manually magnetize the metal.
Το τρίψιμο ενός μαγνήτη πέρα δώθε σε ένα μπουλόνι σιδήρου είναι ένας τρόπος για να μαγνητίσετε χειροκίνητα το μέταλλο.
02
μαγνητίζω, προσελκύω έντονα
attract strongly, as if with a magnet
Λεξικό Δέντρο
demagnetize
magnetized
magnetize
magnet



























