Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ascribe
01
αποδίδω, προσάπτω
to attribute a particular quality, cause, or origin to someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ascribe
γ΄ ενικό πρόσωπο
ascribes
ενεστώτα μετοχή
ascribing
απλός αόριστος
ascribed
παθητική μετοχή
ascribed
Παραδείγματα
Many historians ascribe the fall of the empire to a combination of economic and military factors.
Πολλοί ιστορικοί αποδίδουν την πτώση της αυτοκρατορίας σε ένα συνδυασμό οικονομικών και στρατιωτικών παραγόντων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ascribable
ascribe



























