luxuriant
Pronunciation
/ɫəɡˈʒɝiənt/
/lˈʌɡʒjʊɹˌi‍ənt/

Ορισμός και σημασία του "luxuriant"στα αγγλικά

01

πλούσιος, πυκνός

(of hair) thick, rich, and abundant
Approving
Formal
Παραδείγματα
The princess in the fairy tale was known for her luxuriant locks that shimmered in the sunlight.
Η πριγκίπισσα στο παραμύθι ήταν γνωστή για τα πλούσια μαλλιά της που λάμπανε στον ήλιο.
02

πλούσιος, αφθονία

characterized by abundant and rich growth
Approving
Formal
Παραδείγματα
The waterfall created a luxuriant mist that enveloped the surrounding lush landscape.
Ο καταρράκτης δημιούργησε μια πλούσια ομίχλη που περιβάλλει το πλούσιο τοπίο γύρω του.
03

πολυτελής, επιβλητικός

rich, elaborate, or intricate in detail or design
Παραδείγματα
The architect created a luxuriant design full of curves and patterns.
Ο αρχιτέκτονας δημιούργησε ένα πολυτελές σχέδιο γεμάτο καμπύλες και σχέδια.
04

πολυτελής, πλούσιος

pleasing and gratifying to the senses
Παραδείγματα
He led a luxuriant lifestyle, traveling the world in comfort.
Έζησε έναν πολυτελή τρόπο ζωής, ταξιδεύοντας τον κόσμο με άνεση.

Λεξικό Δέντρο

luxuriantly
luxuriant
luxuri
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store