Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lush
01
πλούσιος, ακμαίος
(of vegetation) growing densely and looking strong and healthy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
lushest
συγκριτικός βαθμός
lusher
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The vineyard flourished in the Mediterranean climate, producing grapes amid the lush surroundings.
Το αμπέλι άνθισε στο μεσογειακό κλίμα, παράγοντας σταφύλια μέσα σε πλούσια περιβάλλοντα.
02
πλούσιος, χυμώδης
rich in moisture, tender, and full of juice
Παραδείγματα
He bit into a lush, sweet peach.
Δάγκωσε ένα ζουμερό, γλυκό ροδάκινο.
03
πολυτελής, πλούσιος
luxuriant, abundant, or impressive in quality, often with a sense of opulence
Παραδείγματα
The music had a lush orchestration.
Η μουσική είχε μια πολυτελή ορχήστρωση.
04
αισθησιακός, γοητευτικός
sexually attractive or alluring
Dialect
British
Slang
Παραδείγματα
What a lush smile you've got!
Τι σαρκικό χαμόγελο έχεις!
Lush
01
πονηρό, αλκοολικός
a person who regularly consumes alcohol to excess
Informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lushes
Παραδείγματα
She worried about her brother turning into a lush.
Ανησυχούσε μήπως ο αδερφός της γίνει μεθύστακας.
Λεξικό Δέντρο
lushness
lush



























