lush
lush
lʌʃ
lash
hushmushgushthrush

Ορισμός και σημασία του "lush"στα αγγλικά

01

πλούσιος, ακμαίος

(of vegetation) growing densely and looking strong and healthy 
lush definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
lushest
συγκριτικός βαθμός
lusher
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tropical rainforest is known for its lush vegetation, with a variety of plants and trees. 

Το τροπικό δάσος είναι γνωστό για την πλούσια βλάστησή του, με μια ποικιλία φυτών και δέντρων.

02

πλούσιος, χυμώδης

rich in moisture, tender, and full of juice 
Παραδείγματα
The garden produced lush tomatoes. 

Ο κήπος παρήγαγε πλούσιες ντομάτες.

03

πολυτελής, πλούσιος

luxuriant, abundant, or impressive in quality, often with a sense of opulence 
Παραδείγματα
The mansion had lush furnishings. 

Το αρχοντικό είχε πολυτελή έπιπλα.

04

αισθησιακός, γοητευτικός

sexually attractive or alluring 
Dialectbritish flagBritish
αργκό
Παραδείγματα
That actress looks lush in the new movie. 

Αυτή η ηθοποιός φαίνεται lush στη νέα ταινία.

01

πονηρό, αλκοολικός

a person who regularly consumes alcohol to excess 
lush definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lushes
Παραδείγματα
He was known as a local lush at the tavern. 

Ήταν γνωστός ως ένας τοπικός μεθύστακας στην ταβέρνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store