Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lunge
01
εφορμώ, κάνω μια απότομη κίνηση προς τα εμπρός
to make a sudden, forceful forward movement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
lunge
γ΄ ενικό πρόσωπο
lunges
ενεστώτα μετοχή
lunging
απλός αόριστος
lunged
παθητική μετοχή
lunged
Παραδείγματα
The startled cat suddenly lunged at the unexpected sound, ready to defend its territory.
Ο τρομαγμένος γάτος ξαφνικά έριξε μπροστά στον απρόσμενο ήχο, έτοιμος να υπερασπιστεί την επικράτειά του.
Lunge
01
έφοδος, πήδημα
the act of moving forward suddenly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lunges
02
έφοδος, lunge
(fencing) an attacking thrust made with one foot forward and the back leg straight and with the sword arm outstretched forward



























