lumpy
lum
ˈlʌm
lam
py
pi
pi
jumpybumpydumpyfrumpy

Ορισμός και σημασία του "lumpy"στα αγγλικά

01

σβωλωμένος, με σβώλους

having small, sticky lumps or irregularities in texture 
lumpy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
lumpiest
συγκριτικός βαθμός
lumpier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sauce turned out lumpy after I forgot to whisk it properly. 

Η σάλτσα βγήκε σβολιασμένη αφού ξέχασα να την ανακατέψω σωστά.

02

κυματιστός, ταραγμένος

(of water) characterized by irregular, small waves caused by wind or disturbances 
Παραδείγματα
The yacht struggled to maintain its course in the lumpy water stirred up by the storm. 

Το γιωτ δυσκολεύτηκε να διατηρήσει την πορεία του στο κυματιστό νερό που ανακατεύτηκε από τη θύελλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store