lumbering
Pronunciation
/ˈɫəmbɝɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "lumbering"στα αγγλικά

01

βαρύς, αδέξιος

moving slowly or in an awkward way because of being heavy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lumbering
συγκριτικός βαθμός
more lumbering
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The elephant's lumbering gait contrasted with the graceful movement of the gazelles.
Ο βαρύς βηματισμός του ελέφαντα αντιπαραβαλλόταν με την κομψή κίνηση των γαζελών.
01

εμπόριο ξυλείας, κοπή ή προετοιμασία ή πώληση ξυλείας

the trade of cutting or preparing or selling timber
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store