Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lumbering
01
βαρύς, αδέξιος
moving slowly or in an awkward way because of being heavy
Παραδείγματα
The elephant's lumbering gait contrasted with the graceful movement of the gazelles.
Ο βαρύς βηματισμός του ελέφαντα αντιπαραβαλλόταν με την κομψή κίνηση των γαζελών.
Lumbering
01
εμπόριο ξυλείας, κοπή ή προετοιμασία ή πώληση ξυλείας
the trade of cutting or preparing or selling timber
Λεξικό Δέντρο
lumbering
lumber



























