Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lumber
01
ξυλεία, ξυλεία οικοδομών
wood that has been cut into specific pieces to be used for building purposes
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
ρόπαλο, μπαστούνι
an implement used in baseball by the batter
to lumber
01
κινείται βαρύτητα, προχωρεί με δυσκολία
to move in a slow, heavy, and awkward manner, often due to the size or weight of the body or object being carried
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
lumber
γ΄ ενικό πρόσωπο
lumbers
ενεστώτα μετοχή
lumbering
απλός αόριστος
lumbered
παθητική μετοχή
lumbered
02
πριόνιση ξύλου, κοπή ξύλου
cut lumber, as in woods and forests



























