Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lug
01
σέρνω, μεταφέρω με κόπο
to transport or haul something heavy or cumbersome with effort
Transitive: to lug sth somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
lug
γ΄ ενικό πρόσωπο
lugs
ενεστώτα μετοχή
lugging
απλός αόριστος
lugged
παθητική μετοχή
lugged
Παραδείγματα
He had to lug the large suitcase up three flights of stairs to reach his hotel room.
Έπρεπε να συρθεί η μεγάλη βαλίτσα σε τρεις πτήσεις σκαλιών για να φτάσει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
Lug
01
αδέξιος, βαρετός
a large, clumsy, or slow-witted person
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The big lug accidentally broke the chair when he sat down too hard.
Ο βλάκας κατά λάθος έσπασε την καρέκλα όταν κάθισε πολύ δυνατά.
02
αυτί, προεξοχή
a projecting piece that is used to lift or support or turn something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lugs
03
πανί με τέσσερις γωνίες που ανυψώνεται από ένα εγκάρσιο δοκάρι που είναι πλάγιο προς τον ιστό, lug πανί
a sail with four corners that is hoisted from a yard that is oblique to the mast
Λεξικό Δέντρο
lugger
luging
lug



























