Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lucky
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
luckiest
συγκριτικός βαθμός
luckier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt lucky to have seen a shooting star.
Ένιωσε τυχερός που είδε ένα πεφταστέρι.
1.1
τυχερός, ευτυχισμένος
bringing or resulting in a good outcome, often by chance or fortune
Παραδείγματα
The team had a lucky break when the opponent missed an easy goal.
Η ομάδα είχε μια τυχερή διακοπή όταν ο αντίπαλος έχασε ένα εύκολο γκολ.
02
τυχερός, τυχαίος
occurring by chance
03
τυχερός, ευνοημένος
getting benefits through random chance and not intention
Λεξικό Δέντρο
luckily
luckiness
unlucky
lucky
luck



























