lucky
Pronunciation
/ˈlʌki/

Ορισμός και σημασία του "lucky"στα αγγλικά

01

τυχερός, που φέρνει καλή τύχη

having or bringing good luck
lucky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
luckiest
συγκριτικός βαθμός
luckier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
You 're lucky to have such a caring family.
Είσαι τυχερός που έχεις μια τόσο στοργική οικογένεια.
1.1

τυχερός, ευτυχισμένος

bringing or resulting in a good outcome, often by chance or fortune
Παραδείγματα
The lucky timing of their arrival helped them avoid the traffic jam.
Ο τυχερός συγχρονισμός της άφιξής τους τους βοήθησε να αποφύγουν την κίνηση.
02

τυχερός, τυχαίος

occurring by chance
03

τυχερός, ευνοημένος

getting benefits through random chance and not intention
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store