lowly
Pronunciation
/ˈɫoʊɫi/

Ορισμός και σημασία του "lowly"στα αγγλικά

01

ταπεινός, χαμηλός

having a lower status or rank
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
lowliest
συγκριτικός βαθμός
lowlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She did n't let her lowly status deter her from pursuing her goals.
Δεν άφησε τον χαμηλό της status να την αποτρέψει από το να κυνηγήσει τους στόχους της.
01

απαλά, χαμηλά

in a soft or subdued manner, often referring to volume or tone
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The music played lowly, setting a calm mood for the evening.
Η μουσική έπαιζε χαμηλά, δημιουργώντας μια ήρεμη ατμόσφαιρα για το βράδυ.

Λεξικό Δέντρο

lowliness
lowly
lowl
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store