Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lower-ranking
01
κατώτερος, χαμηλότερης ιεραρχίας
having a position or status of lesser importance or authority within a hierarchy or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most lower-ranking
συγκριτικός βαθμός
more lower-ranking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lower-ranking officers were tasked with carrying out the daily administrative duties.
Οι κατώτεροι αξιωματικοί είχαν ανατεθεί να εκτελούν τις καθημερινές διοικητικές υποχρεώσεις.



























