low-pitched
low
ləʊ
lew
pitched
pɪʧt
picht

Ορισμός και σημασία του "low-pitched"στα αγγλικά

low-pitched
01

χαμηλός, ήσυχος

having a soft and quiet sound 

grave

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-pitched
συγκριτικός βαθμός
more low-pitched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The low-pitched hum of the engine was calming. 

Ο χαμηλός βουητός του κινητήρα ήταν χαλαρωτικός.

02

χαμηλός, λίγο κεκλιμένος

set at a low angle or slant 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store