low-key
Pronunciation
/lˈoʊkˈiː/

Ορισμός και σημασία του "low-key"στα αγγλικά

01

διακριτικός, σεμνός

restrained in style or quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-key
συγκριτικός βαθμός
more low-key
διαβαθμίσιμο
01

διακριτικά, μεταμελώς

quietly, subtly, or modestly
slang
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He 's low-key interested in joining the club.
Ενδιαφέρεται διακριτικά να ενταχθεί στη λέσχη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store