Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lovesick
01
ερωτευμένος, αρρωστημένος από αγάπη
affected by love in a way that causes one to act or think unclearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lovesick
συγκριτικός βαθμός
more lovesick
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wandered through the park, lovesick and lost in thought.
Περπατούσε στο πάρκο, ερωτευμένη και χαμένη στις σκέψεις της.
Λεξικό Δέντρο
lovesickness
lovesick
love
sick



























