Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ascendant
01
πρόγονος, προπάτορας
a person from whom one is descended, typically more distant than a grandparent
Παραδείγματα
The historian studied the records of early settlers to find her ascendants.
Ο ιστορικός μελέτησε τα αρχεία των πρώτων εποίκων για να βρει τους προγόνους της.
02
υπεροχή, κυριαρχία
a position or condition of dominance, superiority, or controlling influence
Παραδείγματα
His calm demeanor gave him the ascendant in tense negotiations.
Η ήρεμη συμπεριφορά του του έδωσε το πλεονέκτημα σε τεταμένες διαπραγματεύσεις.
ascendant
01
ανερχόμενος, ανοδικός
moving toward a higher position
Παραδείγματα
The bird took an ascendant flight toward the mountain peak.
Το πουλί πραγματοποίησε μια ανερχόμενη πτήση προς την κορυφή του βουνού.
02
κυρίαρχος, επικρατών
holding the most power, importance, or influence
Approving
Formal
Παραδείγματα
As digital media continues to grow, its influence has become ascendant over traditional print journalism.
Καθώς τα ψηφιακά μέσα συνεχίζουν να αναπτύσσονται, η επιρροή τους έχει γίνει ανερχόμενη έναντι της παραδοσιακής έντυπης δημοσιογραφίας.



























