Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lounge
01
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
to relax in a comfortable way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lounge
γ΄ ενικό πρόσωπο
lounges
ενεστώτα μετοχή
lounging
απλός αόριστος
lounged
παθητική μετοχή
lounged
Παραδείγματα
We lounged by the fireplace during the cold evening.
Χαλαρώσαμε δίπλα στο τζάκι κατά τη διάρκεια του κρύου βράδυ.
02
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
to spend time in a relaxed, unhurried way without doing much activity
Transitive: to lounge a period of time
Παραδείγματα
They lounged the summer days away at the park, feeling carefree.
Πέρασαν τις καλοκαιρινές μέρες στο πάρκο, νιώθοντας ανέμελοι.
Lounge
01
αίθουσα αναμονής, χώρος χαλάρωσης
a comfortable area, often in an airport or hotel, where people can relax, wait, or socialize, typically offering seating, refreshments, and sometimes Wi-Fi
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lounges
Παραδείγματα
The airline offers access to its exclusive lounge for first-class passengers.
Η αεροπορική εταιρεία προσφέρει πρόσβαση στο αποκλειστικό της salon για τους επιβάτες πρώτης θέσης.
02
καναπές, σαλόνι
an upholstered seat designed to accommodate more than one person
Παραδείγματα
Guests relaxed on the lounge during the party.
Οι επισκέπτες χαλάρωσαν στον καναπέ κατά τη διάρκεια του πάρτι.
Λεξικό Δέντρο
lounger
lounge



























