Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lounge
01
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
to relax in a comfortable way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lounge
γ΄ ενικό πρόσωπο
lounges
ενεστώτα μετοχή
lounging
απλός αόριστος
lounged
παθητική μετοχή
lounged
Παραδείγματα
On weekends, she likes to lounge by the pool with a good book.
Τα σαββατοκύριακα, της αρέσει να χαλαρώνει δίπλα στην πισίνα με ένα καλό βιβλίο.
02
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
to spend time in a relaxed, unhurried way without doing much activity
Transitive: to lounge a period of time
Παραδείγματα
He lounged the evening by flipping through old photo albums.
Πέρασε το βράδυ ξεφυλλίζοντας παλιά άλμπουμ φωτογραφιών.
Lounge
01
αίθουσα αναμονής, χώρος χαλάρωσης
a comfortable area, often in an airport or hotel, where people can relax, wait, or socialize, typically offering seating, refreshments, and sometimes Wi-Fi
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lounges
Παραδείγματα
We waited in the airport lounge until our flight was called.
Περιμέναμε στο σαλόνι του αεροδρομίου μέχρι να κληθεί η πτήση μας.
02
καναπές, σαλόνι
an upholstered seat designed to accommodate more than one person
Παραδείγματα
They sat together on the lounge.
Κάθισαν μαζί στον καναπέ.
Λεξικό Δέντρο
lounger
lounge



























