loud
loud
laʊd
λαουντ
British pronunciation
/laʊd/

Ορισμός και σημασία του "loud"στα αγγλικά

01

δυνατός, ηχηρός

producing a sound or noise with high volume
loud definition and meaning
example
Παραδείγματα
The orchestra built up to a loud climax in the final movement.
Η ορχήστρα οικοδόμησε μέχρι ένα δυνατό αποκορύφωμα στην τελική κίνηση.
02

φανταχτερός, επιδεικτικός

too bright in a distasteful way
loud definition and meaning
example
Παραδείγματα
She preferred loud shoes, often with glitter or flashy details, to complete her look.
Προτιμούσε φανταχτερά παπούτσια, συχνά με γκλίτερ ή επιδεικτικά στοιχεία, για να ολοκληρώσει το look της.
03

δυνατός, θορυβώδης

(of a person) speaking or behaving in a forceful or attention-grabbing way
example
Παραδείγματα
He may be loud in his opinions, but he's always willing to listen to others.
Μπορεί να είναι δυνατός στις απόψεις του, αλλά είναι πάντα πρόθυμος να ακούσει τους άλλους.
01

δυνατά, θορυβωδώς

in a way that produces much noise
loud definition and meaning
example
Παραδείγματα
The engine of the old car rumbled loud as it sped down the highway.
Ο κινητήρας του παλιού αυτοκινήτου βρόντησε δυνατά καθώς έτρεχε στον αυτοκινητόδρομο.

Λεξικό Δέντρο

loudly
loudness
loud
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store