loud
loud
laʊd
lawd
cowedbowedproudoud

Ορισμός και σημασία του "loud"στα αγγλικά

01

δυνατός, ηχηρός

producing a sound or noise with high volume 
loud definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
loudest
συγκριτικός βαθμός
louder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He slammed the door with a loud bang. 

Έκλεισε την πόρτα με ένα δυνατό κτύπημα.

02

φανταχτερός, επιδεικτικός

too bright in a distasteful way 
loud definition and meaning
Παραδείγματα
His suit was loud, with neon colors and bold patterns that caught everyone’s eye. 

Το κοστούμι του ήταν φανταχτερό, με νεον χρώματα και τολμηρά σχέδια που τράβηξαν τα βλέμματα όλων.

03

δυνατός, θορυβώδης

(of a person) speaking or behaving in a forceful or attention-grabbing way 
Παραδείγματα
At every meeting, he was the loud one, eager to make his opinions known to all. 

Σε κάθε συνάντηση, ήταν ο δυνατός, πρόθυμος να κάνει τις απόψεις του γνωστές σε όλους.

01

δυνατά, θορυβωδώς

in a way that produces much noise 
loud definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He sang loud enough for the whole audience to hear. 

Τραγούδησε δυνατά αρκετά για να ακούσει όλο το κοινό.

Λεξικό Δέντρο

loudly
loudness
loud
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store