Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
loud
01
δυνατός, ηχηρός
producing a sound or noise with high volume
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
loudest
συγκριτικός βαθμός
louder
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He slammed the door with a loud bang.
Έκλεισε την πόρτα με ένα δυνατό κτύπημα.
02
φανταχτερός, επιδεικτικός
too bright in a distasteful way
Παραδείγματα
His suit was loud, with neon colors and bold patterns that caught everyone’s eye.
Το κοστούμι του ήταν φανταχτερό, με νεον χρώματα και τολμηρά σχέδια που τράβηξαν τα βλέμματα όλων.
Λεξικό Δέντρο
loudly
loudness
loud



























