lopsided
lop
ˌlɒp
lop
si
ˈsaɪ
sai
ded
dɪd
did

Ορισμός και σημασία του "lopsided"στα αγγλικά

01

ανισόρροπος, ασύμμετρος

uneven or asymmetrical in shape, typically with one side lower or smaller than the other 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lopsided
συγκριτικός βαθμός
more lopsided
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lopsided cake leaned to one side, its layers unevenly stacked. 

Το άστατο κέικ γέρνει προς τη μία πλευρά, με τα στρώματά του να είναι άνισα στοιβαγμένα.

Λεξικό Δέντρο

lopsidedly
lopsidedness
lopsided

lop

+

sided

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store