Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lopsided
01
ανισόρροπος, ασύμμετρος
uneven or asymmetrical in shape, typically with one side lower or smaller than the other
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lopsided
συγκριτικός βαθμός
more lopsided
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lopsided cake leaned to one side, its layers unevenly stacked.
Το άστατο κέικ γέρνει προς τη μία πλευρά, με τα στρώματά του να είναι άνισα στοιβαγμένα.
Λεξικό Δέντρο
lopsidedly
lopsidedness
lopsided
lop
sided



























